15/11/13

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ: Τα ΤΡΙΑ ερωτήματα!

diaforetiko.gr : 43543 tolstoy 600x446 ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ: Τα ΤΡΙΑ ερωτήματα!
Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγµή για ν’αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θα πρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σηµαντικότερο πράγµα να κάνει, δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.
Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αµοιβή σ’εκείνον που θα του µάθαινε ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκάιοι άνθρωποι και πως θα µπορούσε να ξέρει ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγµα να κάνει.
Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήµατα.
Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήµατος, µερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραµµα ηµερών, µηνών και ετών και να το ακολουθήσει πιστά. Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα µπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγµή. Άλλοι δήλωσαν ότι θα ήταν αδύνατο ν’αποφασίσει κανείς εκ των προτέρω την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, αλλά αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε µάταιες ενασχολήσεις, θα µπορούσε πάντοτε να προσέχει τι συµβαίνει και τότε να κάνει ό,τι θα ήταν αναγκαίο. Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ό,τι συµβαίνε, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά ποια είναι η κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, γι΄ αυτό θα πρεπε να έχει ένα συµβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγµή για κάθε τι.
Αλλά πάλι, άλλοι του είπαν ότι υπάρχουν ορισµένα πράγµατα που δε θα µπορούσαν να περιµένουν να εξεταστούν από ένα συµβούλιο και για τα οποία πρέπει κανείς να αποφασίσει αµέσως αν θα τα επιχειρίσει ή όχι. Για να µπορεί να όµως κανείς να το αποφασίσει αυτό, πρέπει να εκ των προτέρω τι πρόκειται να συµβεί. Μόνο µάγοι µπορούν να το κάνουν αυτό και γι’ αυτό, για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγµή για κάθε ενέργεια, πρέπει να συµβουλεύεται µάγους.
Εξ ίσου ποικίλες ήταν οι απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτηµα. Μερικοί είπαν ότι οι άνθρωποι που χρειάζεται περισσότερο ο βασιλιάς είναι οι σύµβουλοί του, άλλοι οι ιερείς, άλλοι οι γιατροί, ενώ άλλοι είπαν ότι πιο αναγκαίοι είναι οι πολεµιστές.
Στο τρίτο ερώτηµα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, µερικοί απάντησαν ότι πιο σπουδαίο πράγµα στο κόσµο είναι οι επιστήµες. Άλλοι είπαν ότι είναι η πολεµική επιδεξιότητα, και άλλοι πάλι ότι είναι η θρησκευτική λατρεία.
Όλες οι απαντήσεις ήταν διαφορετικές και ο βασιλιάς δε συµφώνησε σε καµιά απ’ αυτές και σε καµιά δεν έδωσε σηµασία. Αλλά θέλοντας ακόµη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συµβουλευτεί έναν ερηµίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.
Ο ερηµίτης ζούσε σ’ ένα δάσος απ’ το οποίο δεν αποµακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους.
 diaforetiko.gr : tolstoy road ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ: Τα ΤΡΙΑ ερωτήματα!
Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερηµίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε µόνος του. ‘Οταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερηµίτης έσκαβε τη γη µπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει.
Ο ερηµίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώµα, ανάπνεε βαριά.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ ερηµίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγµατα: Πώς θα µάθω να κάνω το κατάλληλο πράγµα στην κατάλληλη στιγµή, ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζοµαι περισσότερο και εποµένως ποιους θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιες υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;
Ο ερηµίτης άκουσε το βασιλιά, αλλά δεν έδωσε καµιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάµες του και ξανάρχισε το σκάψιµο.
«Είσαι κουρασµένος», είπε ο βασιλιάς, «άσε µε να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα».
«Ευχαριστώ», είπε ο ερηµίτης και δίνοντας την αξίνα στο βασιλιά κάθησε κάτω στο χώµα. Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταµάτησε και επανέλαβε τα ερωτήµατά του. Ο ερηµίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε µένα να δουλέψω λιγάκι».
Ο βασιλιάς όµως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε µια ώρα και άλλη µια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώµα και έιπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για µια απάντηση στα ερωτήµατά µου. Αν δεν µπορείς να µου δώσεις καµιά, πες το µου να γυρίσω στο σπίτι µου».
«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερηµίτης. «Ας δούµε ποιος είναι».
 Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας µε τα χέρια του το στοµάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάµι το αίµα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυµος στο χώµα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγµό. Ο βασιλιάς και ο ερηµίτης ξεκούµπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα µεγάλο τραύµα στο στοµάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα µπορούσε και το έδεσε µε το µαντήλι του και µε µια πετσέτα που τού δωσε ο ερηµίτης. Αλλά το αίµα δε σταµατούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσµο, µουσκεµένο από καυτό αίµα, τον έπλενε και ξανάδενε το τράυµα. Όταν σταµάτησε να τρέχει το αίµα, ο πληγωµένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο µεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς µε τη βοήθεια του ερηµίτη µετέφερε τον πληγωµένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωµένος, έκλεισε τα µάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασµένος απ’το περπάτηµα και τη δουλεία που έιχε κάνε, που κάθησε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιµήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα.
Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν µπορέσει να θυµηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωµένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και µε φλογισµένα µάτια.
«Συγχώρεσέ µε», είπε ο γενειαφόρος άνδρας µε µια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε. «Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε µε ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είµαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει µόνος σου να δεις τον ερηµίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ηµέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα µου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί µε αναγνώρισαν και µε τραυµάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’την αιµορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύµα µου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ µου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους µου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ µε».
Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστηµένος που είχε συµφιλιωθεί τόσο εύκολα µε τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι µόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του. Αφού έφυγε απ’τον πληγωµένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερηµίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόµη µια φορά να απαντήσει στα ερωτήµατα που του είχε κάνει. Ο ερηµίτης ήταν έξω γονατισµένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια που ‘χαν σκαφτεί την προηγούµενη µέρα.
Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε:
«Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήµατά µου, σοφέ άνθρωπε».
«Μα έχουν ήδη απαντηθεί»,  είπε ο ερηµίτης, σκύβοντας ακόµα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν µπροστά του.
«Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.
«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερηµίτης. «Αν δεν είχε λυπηθεί χθες την αδυναµία µου και δεν είχες σκάψει για µένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες µετανοιώσει που δεν έµεινες µαζί µου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν έσκαβες τ’αυλάκια, κι εγώ ήµουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να µου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε µας, η πιο σπουδαία στιγµή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύµα του, θα πέθαινε χωρίς να συµφιλιωθεί µαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Να θυµάσαι λοιπόν: Υπάρχει µόνο µία στιγµή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγµή, γιατί είναι η µόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναµη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός µαζί µε τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε- δώσε µε κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγµα είναι να του κάνεις καλό, γιατί µόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’αυτόν τον κόσµο!»
Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να παραµένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας κάπου αλλού θα πρέπει να τρέχεις τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο…
diaforetiko.gr : tolstoy ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ: Τα ΤΡΙΑ ερωτήματα!
Ὁ Λέων Τολστόυ (Лев Николаевич Толстой – Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόυ) ἦταν Ρῶσος συγγραφέας, δοκιμοιογράφος καὶ φιλόσοφος· ἔγραψε τὴν μικρὴ διήγηση «Τὰ τρία ἐρωτήματα» τὸ 1885

11/10/12

Το μήνυμα τού George Carlin



Στον George Carlin (όσοι δεν τον γνωρίζουν, ήταν κωμικός στις δεκαετιές τού '70 και τού ΄80) η πλούσια ψυχική του διάθεση τού επέτρεπε να γράφει δυναμικά αλλά και διαχρονικά μηνύματα όπως το παρακάτω επειδή ό,τι έλεγε και έγραφε έβγαινε σαν... χείμμαρος μέσα από την καρδιά του.

(Η γυναίκα του "έφυγε"...και ο George την ακολούθησε την ίδια χρονιά,  τον Ιούλιο τού 2008) 

Το μήνυμα τού George Carlin:

Το παράδοξο τών καιρών μας είναι, ότι:

Ενώ έχουμε οικοδομήσει ουρανοξύστες, η διάθεση μας είναι χαμηλή, όσο ένα μονόροφο σπίτι. 

Ενώ έχουμε κατασκευάσει δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, είμαστε στενόμυαλοι και οι  αντιλήψεις μας πιο στενές κι'από ένα σοκάκι. 

Ενώ καταναλώνουμε περισσότερα, διαθέτουμε λιγότερα. 

Ενώ αγοράζουμε περισσότερα, τ' απολαμβάνουμε λιγότερο.

Ενώ εχουμε μεγαλύτερα σπίτια, οι οικογένειές μας είναι μικρότερες.

Ενώ έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερες ευκολίες, ο ελεύθερος χρόνος μας είναι ανύπαρκτος.

Ενώ υπάρχουν περισσότερα διπλώματα, και περισσότερες γνώσεις, η κοινή λογική είναι δυσεύρετη όπως λιγότερη είναι και η κρίση. 

Ενώ υπάρχουν περισσότεροι ειδικοί, τα προβλήματα είναι περισσότερα.

Ενώ υπάρχουν περισσότεροι γιατροί, η υγεία τού σύγχρονου ανθρώπου (πνευματική και σωματική) είναι αρρωστημένη και εξαρτάται από κάθε είδους φάρμακα και ψυχοφάρμακα.

Πίνουμε πολύ, καπνίζουμε πολύ, ξοδεύουμε σπάταλα, αλλά τσιγγουνευόμαστε το γέλιο. 

Οδηγούμε γρήγορα, αλλά σκεφτώμαστε αργά, Η κάθε είδους πείνα μας εξοργίζει και μας κάνει να οδηγάμε απερίσκεπτα με τα ηχεία στο... διαπασών.

Ξενυχτάμε, τάχα, για να χαλαρώσουμε, αλλά το πρωϊ ξυπνάμε πιο κουρασμένοι και κακό- κεφοι..  

Δεν έχουμε χρόνο για διάβασμα, αλλά αρκετό για την τηλεόραση και πολύ λίγο για να προσευχηθούμε.

Έχουμε πολλαπλασιάσει την περιουσία μας εις βάρος τών αξιών. 

Πολυλογούμε, ακατάπαυστα, αγαπάμε σπάνια και μισούμε.... συχνότατα.

Έχουμε μάθει πως να επιβιώνουμε, αλλά όχι να ζούμε.

Προσθέσαμε χρόνια στη ζωή, αλλά όχι ζωή στα χρόνια.

Πηγαινο-ήρθαμε στο φεγγάρι, αλλά υπάρχει πρόβλημα προκειμένου να διασχίσουμε τον δρόμο για να συνατήσουμε τον νέο μας γείτονα. 

Κατακτήσαμε το διάστημα, αλλά δεν έχουμε καταφέρει να κατακτήσουμε τον εαυτό μας. 

Κάνουμε μεγαλύτερα πράγματα, αλλά όχι καλύτερα.

Προσπαθούμε να καθαρίσουμε την ατμόσφαιρα, έχοντας δηλητηριασμένη την ψυχή μας.

Διασπάσαμε το άτομο, αλλά όχι τις προκαταλήψεις μας.

Γράφουμε περισσότερο, αλλά μαθαίνουμε λιγότερα. 

Σχεδιάζουμε περισσότερα, αλλά επιτυγχάνουμε λιγότερα. 

Μάθαμε να βιαζόμαστε, αλλά όχι να υπομένουμε και να... επιμένουμε. 

Κατασκευάσαμε περισσότερα computers για να αποθηκεύουμε πληροφορίες, να παράγουμε περισσότερα αντίγραφα, αλλά επικοινωνούμε όλο και πιο λιγότερο.  

Βρισκόμαστε στην εποχή των γρήγορων τροφών, αλλά και τής αργής χώνευσής τους.        

Είμαστε μεγαλόσωμοι, αλλά μικρόσωμοι στην προσωπικότητα. έχουμε μεγάλα έσοδα και επιφανειακές σχέσεις. 

Ζούμε στην εποχή τών δύο μισθών, αλλά περισσοτέρων διαζυγίων, πολυτελή σπίτια, αλλά διαλυμένα σπίτια.

Ταξιδεύουμε περισσότερο, αλλά τα ταξίδια είναι πολύ σύντομα.  

Χρησιμοποιούμε σερβιέτες τής μιας χρήσης, αλλά έχουμε πετάξει στα σκουπίδια την ηθική ενώ οι γνωριμίες μας διαρκούν μια βραδιά. 

Οι περισσότεροι πάσχουν από παχυσαρκία και προσπαθούν με χάπια να βρουν τη χαρά, την ησυχία, μα και τον θάνατο.  

Είναι η εποχή τής επίδειξης, μα όχι τής σύνεσης.

Στις μέρες μας η τεχνολογία μπορεί να σου φέρει αυτό το γράμμα στην οθόνη τού Υπολογιστή σου όπου και μπορείς να επιλέξεις αν θα το κρατήσεις ή θα το πετάξεις στα σκουπίδια διαγράφοντάς το μ' ένα "κλικ".  

Μην ξεχνάς, να διαθέτεις περισσότερο χρόνο για τους αγαπημένους σου επειδή δεν πρόκειται να είναι για πάντα κοντά σου.

Μην ξεχνάς, να λες μια καλή κουβέντα στο μικρό που σε θαυμάζει, διότι σύντομα αυτό το μικρό παιδί θα μεγαλώσει και θα είναι ο... διπλανός σου. 

Μην ξεχνάς ν' ανοίγεις τη ζεστή σου αγκαλιά σε όποιον βρίσκεται δίπλα σου επειδή αυτή είναι ο μόνος θησαυρός που μπορείς να δώσεις από τα βάθη τής καρδιά σου χωρίς να σου κοστίσει μια... δεκάρα.

Να θυμάσαι να λες, πάντα στον σύντροφό σου «Σ' αγαπώ» και σ' όποιον αγαπάς, με ζέστη και αίσθηση. ΄Ενα φιλί κι' ένα αγκάλιασμα "μαντάρει" κάθε σχίσιμο που βγαίνει από μέσα από την πληγωμένη σου ψυχή.

Να θυμάσαι να κρατάς το χέρι τού αγαπημένου σου και να απολαμβάνεις τη στιγμή επειδή κάποια μέρα το πρόσωπο αυτό δεν θα βρίσκεται δίπλα σου. 

Διέθετε χρόνο για την αγάπη και τον καλό λόγο, όπως επίσης και για κάθε καλή σκέψη που σου έρχεται στο μυαλό.

ΚΑΙ ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ ΠΟΤΕ, Ο,ΤΙ!

Η ζωή δεν μετριέται με τον αριθμό τών αναπνοών που παίρνουμε, αλλά από τις στιγμές που αυτές.... "κόβονται".

George Carlin


8/9/12

The Legend of the Scarecrow

15/7/12

Kissing in the rain (Great Expectations 1998)

Καταπληκτική σκηνή...
Από τις αγαπημένες μου της ταινίας.

13/6/12

Μείνε σιωπηλός τουλάχιστον 10 λεπτά καθημερινά. Απομονώσου αν είναι απαραίτητο.
Άκου καλή μουσική όλες τις ημέρες, που αποτελεί γνήσια τροφή για το πνεύμα.
Σαν σηκώνεσαι το πρωί πές αυτό: Σήμερα ο στόχος μου είναι.
Να ζείς με τις τρείς λέξεις: Ενέργεια, ενθουσιασμό, κατανόηση του άλλου.
Παίξε περισσότερο από τον περσινό χρόνο.
Διάβασε πιο πολύ από πέρσι.
Κοίτα τον ουρανό τουλάχιστον μια φορά την ημέρα Συνειδητοποίησε την μεγαλοσύνη που σε περιτριγυρίζει.
Όντας ξύπνιος, ονειρέψου περισσότερο.
Τρώγε περισσότερα φυσικά φρούτα και λαχανικά και λιγότερο βιομηχανοποιημένες τροφές ή παράγωγα σφαγής. Τρώγε ξηρούς καρπούς, πίνε πράσινο τσάϊ, πολύ νερό και ένα ποτήρι κρασί την ημέρα (βεβαιώσου πως το συνοδεύεις με κάτι που σου αρέσει και με παρέα κάποιου που αγαπάς.)
Κάνε να γελάσουν τρία πρόσωπα την ημέρα.
Τακτοποίησε το σπίτι, το αυτοκίνητο και το γραφείο σου και άσε την νέα ενέργεια να πλημμυρίσει τη ζωή σου.
Μη σπαταλάς τον πολύτιμο χρόνο σου σε κουτσομπολιά, πράγματα του χτές, αρνητικές σκέψεις, και θέματα που είναι έξω από τον έλεγχό σου. Επένδυσε την ενέργειά σου στα θετικά του σήμερα. Κατάλαβε πως η ζωή είναι ένα σχολειό που ήρθες για να μάθεις. Τα προβλήματα είναι μαθήματα που πάνε κι έρχονται και ό,τι μάθεις από αυτά θά ναι για όλη σου τη ζωή.
Προγευμάτισε σαν βασιλιάς, φάε σαν πρίγκιπας, δείπνησε σαν ζητιάνος.
Χαμογέλα και γέλα πιο πολύ.
Μη χάνεις ευκαιρία να αγκαλιάζεις εκείνον που εκτιμάς.
Η ζωή είναι σύντομη για να την χαραμίζεις μισώντας κάποιον.
Μη παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά, κανείς άλλος δεν το κάνει.
Δεν είναι απαραίτητο να κερδίζεις κάθε αντιπαράθεση, αποδέξου την ασυμφωνία και μάθε από την άλλη άποψη.
Γαλήνεψε με το παρελθόν, για να μη καταστρέψεις το παρόν.
Μη μοιράζεσαι τη ζωή σου με εκείνη των άλλων. Δεν ξέρεις το δρόμο που ακολούθησαν αυτοί.
Κανείς δεν είναι υπεύθυνος της ευτυχίας σου εκτός από σένα τον ίδιο.
Να θυμάσαι πώς δεν έχεις τον έλεγχο όσων σου συμβαίνουν, αλλά σίγουρα το τι κάνεις με αυτά.
Μάθε κάτι νέο σήμερα.
Αυτό που σκέπτονται οι άλλοι για σένα δεν είναι υποχρέωσή σου.
Να εκτιμάς το κορμί σου και να το απολαμβάνεις.
Δεν έχει σημασία πόσο καλά ή κακά είναι τα πράγματα, θα αλλάξουν.
Η εργασία σου δεν θα ασχοληθεί με σένα σαν αρρωστίσεις, οι φίλοι σου ναι. Έχε επαφή μαζί τους.
Τελείωνε με οτιδήποτε δεν είναι χρήσιμο, ωραίο, διασκεδαστικό.
Η ζήλεια είναι χάσιμο χρόνου. Εσύ έχεις ήδη όσα χρειάζονται.
Τα καλύτερα έρχονται.
Δεν πειράζει που κάθεσαι. Σήκω, ντύσου και βοήθα.
Κάνε υπέροχο σέξ, πάντοτε με όλο σου το είναι.
Τηλεφώνα στους δικούς σου συχνά και λέγε τους πως υπάρχεις.
Κάθε βράδυ ξαπλώνοντας πες: Σε ευχαριστώ. Κατάφερα να.
Θυμήσου πως είσαι ιδιαίτερα ευλογημένος για να είσαι στρεσαρισμένος
Απόλαυσε το ταξίδι. Έχεις μόνο μια ευκαιρία. Κέρδισε όσο περισσότερο
Η Ζωή είναι όμορφη. Απόλαυσέ την τώρα που μπορείς, αλλά κάνε και «κάτι»!

Αργοπεθαίνει... (Pablo Neruda)

Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.
Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Ο κύκλος του 99

(από το βιβλίο του Αργεντινού ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάι, "Να σου πω μια Ιστορία")

Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Κάποια μέρα ο
βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:

-Ποιο είναι το μυστικό σου?

-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε?

-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου.

Λέγε γρήγορα.

-Μα...δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.

-Πως τολμάς να λες ψέματα σ´ εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες
προσβολές, από ένα ψέμα.

-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει
κανένα μυστικό.

-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος? Σε
έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.

-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ´ ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος?
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.

-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.

-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.

Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του
διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.

-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος?

-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.

-Έξω από που?

-Μα από τον κύκλο.

-Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος?

-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.

-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής? Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο?

-Ακριβώς βασιλιά μου.

-Και πως βγήκε?

-Δεν μπήκε ποτέ.

-Βάλθηκες να με τρελάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη?

-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.

-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος?

-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.

-Δηλαδή τι θα κάνεις?

-Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.

-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις? είπε ο βασιλιάς κοροϊδευτικά.

-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.

-Και καλά, όταν μπει δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγει κατ´ ευθείαν?

-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.

-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ´ όλα αυτά θα μπει οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί?

-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Όσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.

-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε? Πότε ξεκινάμε?

-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.

Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.

Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δύο φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Όταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το πουγκί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατασκοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο. Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες.
Ήταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά φλουριά. Ένας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πέντε, έξι...Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ...που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις
στίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει...Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειμματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακούλι...Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. 
Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.

-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε...κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!

Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά. Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενήντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά...συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας...συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.

Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Ύστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.

Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί? Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε...άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου! Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.

-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δύο τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.

Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.

Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Άσε που μια και είναι τζάμπα, το ´χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται? Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω...Να πουλήσω...Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δύο χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά...ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ότι μας γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά... 
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ένα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.

-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.

-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο?

-Μέρες έχω να σ´ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι?

-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.

Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.


Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθισε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε: Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ´ αυτήν την ηλίθια ιδεολογία.

Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει...Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή...Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και
αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού? Ότι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενήντα εννιά? Ότι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο, κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι? Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Έτσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε. Προσοχή όμως Ντεμιάν.

Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι. Αυτό όμως, είναι σε άλλο παραμύθι. 
(από το βιβλίο του Αργεντίνου ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάι, "Να σου πω μια Ιστορία")
Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα..

Μ.Αναγνωστακης
Λένε πως ο κατήφορος έχει μόνο αρχή ..
Λένε πως ,όταν φτάσεις ως την άκρη του γκρεμού και θα δώσεις τη βουτιά ..
φταίει το κεφάλι σου που δεν σε κράτησε ..
Και στο τέλος,αν κάποιος άλλος σου κατάφερε την τελική σπρωξιά,
δικός σου καλεσμένος ήταν .. Παρεάκι σου ..
Μόνο που όποιοι τα κηρύτουν όλ' αυτά,δεν είδαν ποτέ την θέα από την τελευτέα πέτρα του γκρεμού ..
Βαδίζουν πάντα επί ασφαλούς ..
Και το κακό μ'αυτούς είναι πώς συνήθως έχουν δίκιο ..
Διαθέτουν ατσάλινα επιχειρήματα ..
Στο τέλος σου γανώνουν το μυαλό ..
Όμως .. Αν έφτασες ως εκεί .. Λέμε αν .. Αν έφτασες ως εκεί γιατί βιαζόσουνα να μάθεις,τι γίνετε πιο κάτω;
Αν είχες πάρει φόρα,γιατί φοβόσουνα μη στήσεις την αγάπη;
Αν στο ίσιωμα,που γνώρισες τα κολλητάρια σου,σου χάρισαν το ρούχο της άνοιξης και σε ξελόγιασαν;
Και εσύ πάλι ..
Ήταν ανάγκη να το φορέσεις κατάσαρκα και να πετάξεις,σαν ηλίθιος,την στολή παραλλαγής που σου'ραψε η μάνα σου;
Λέμε κι εμείς .. Διάφορα .. Μόνο οι άλλοι θα λένε;
Σίγουρα πάντως,την ώρα της πτώσης,έβγαλες μια δυνατή φωνή: Αγάπη ! κραύγασες .. Αγάπη!
Οι πάντες ορκίζονται πων δε σ' άκουσαν ..
Τι φταις εσύ,αν δε βρέθηκε κάποιος να σου έχει πει πως η αγάπη όταν γίνεται κραυγή,τρομάζει ..

Αλκυόνη Παπαδάκη

24/4/12

Μια μέρα, εκεί που ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Σωκράτης έκανε τη βόλτα του στην Ακρόπολη, συνάντησε κάποιον γνωστό του, ο οποίος του ανακοίνωσε ότι έχει να του πει κάτι πολύ σημαντικό που άκουσε για κάποιον από τους μαθητές του.
Ο Σωκράτης του είπε ότι θα ήθελε, πριν του πει τι είχε ακούσει, να κάνουν το τεστ της "τριπλής διύλισης".
"- Τριπλή διύλιση;"
ρώτησε με απορία ο γνωστός του.
- Ναι, πριν μου πεις τι άκουσες για το μαθητή μου θα ήθελα να κάτσουμε για ένα λεπτό να φιλτράρουμε αυτό που θέλεις να μου πεις.
- Το πρώτο φίλτρο είναι αυτό της αλήθειας.
Είσαι λοιπόν εντελώς σίγουρος ότι αυτό που πρόκειται να μου πεις είναι αλήθεια;
- Ε... όχι ακριβώς, απλά το άκουσα όμως και...
-Μάλιστα, άρα δεν έχεις ιδέα αν αυτό που θέλεις να μου πεις είναι αλήθεια ή ψέματα.
- Ας δοκιμάσουμε τώρα το δεύτερο φίλτρο, αυτό της καλοσύνης.
Αυτό που πρόκειται να μου πεις για τον μαθητή μου είναι κάτι καλό;
- Καλό; Όχι το αντίθετο μάλλον...
- Άρα, συνέχισε ο Σωκράτης, θέλεις να πεις κάτι κακό για τον μαθητή μου αν και δεν είσαι καθόλου σίγουρος ότι είναι αλήθεια.
Ο γνωστός του έσκυψε το κεφάλι από ντροπή και αμηχανία.
- Παρόλα αυτά, συνέχισε ο Σωκράτης, μπορείς ακόμα να περάσεις το τεστ γιατί υπάρχει και το τρίτο φίλτρο.
Το τρίτο φίλτρο της χρησιμότητας.
Είναι αυτό που θέλεις να μου πεις για τον μαθητή μου κάτι που μπορεί να μου φανεί xρήσιμο σε κάτι;
- Όχι δεν νομίζω...
- Άρα λοιπόν αφού αυτό που θα μου πεις δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε καλό, ούτε χρήσιμο, γιατί θα πρέπει να το ακούσω;
Ο γνωστός του έφυγε ντροπιασμένος,
έχοντας πάρει ένα καλό μάθημα...
Μήπως είναι καιρός να βάλουμε κι εμείς αυτό το σοφό τεστ στη ζωή μας;