13/6/12

Μείνε σιωπηλός τουλάχιστον 10 λεπτά καθημερινά. Απομονώσου αν είναι απαραίτητο.
Άκου καλή μουσική όλες τις ημέρες, που αποτελεί γνήσια τροφή για το πνεύμα.
Σαν σηκώνεσαι το πρωί πές αυτό: Σήμερα ο στόχος μου είναι.
Να ζείς με τις τρείς λέξεις: Ενέργεια, ενθουσιασμό, κατανόηση του άλλου.
Παίξε περισσότερο από τον περσινό χρόνο.
Διάβασε πιο πολύ από πέρσι.
Κοίτα τον ουρανό τουλάχιστον μια φορά την ημέρα Συνειδητοποίησε την μεγαλοσύνη που σε περιτριγυρίζει.
Όντας ξύπνιος, ονειρέψου περισσότερο.
Τρώγε περισσότερα φυσικά φρούτα και λαχανικά και λιγότερο βιομηχανοποιημένες τροφές ή παράγωγα σφαγής. Τρώγε ξηρούς καρπούς, πίνε πράσινο τσάϊ, πολύ νερό και ένα ποτήρι κρασί την ημέρα (βεβαιώσου πως το συνοδεύεις με κάτι που σου αρέσει και με παρέα κάποιου που αγαπάς.)
Κάνε να γελάσουν τρία πρόσωπα την ημέρα.
Τακτοποίησε το σπίτι, το αυτοκίνητο και το γραφείο σου και άσε την νέα ενέργεια να πλημμυρίσει τη ζωή σου.
Μη σπαταλάς τον πολύτιμο χρόνο σου σε κουτσομπολιά, πράγματα του χτές, αρνητικές σκέψεις, και θέματα που είναι έξω από τον έλεγχό σου. Επένδυσε την ενέργειά σου στα θετικά του σήμερα. Κατάλαβε πως η ζωή είναι ένα σχολειό που ήρθες για να μάθεις. Τα προβλήματα είναι μαθήματα που πάνε κι έρχονται και ό,τι μάθεις από αυτά θά ναι για όλη σου τη ζωή.
Προγευμάτισε σαν βασιλιάς, φάε σαν πρίγκιπας, δείπνησε σαν ζητιάνος.
Χαμογέλα και γέλα πιο πολύ.
Μη χάνεις ευκαιρία να αγκαλιάζεις εκείνον που εκτιμάς.
Η ζωή είναι σύντομη για να την χαραμίζεις μισώντας κάποιον.
Μη παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά, κανείς άλλος δεν το κάνει.
Δεν είναι απαραίτητο να κερδίζεις κάθε αντιπαράθεση, αποδέξου την ασυμφωνία και μάθε από την άλλη άποψη.
Γαλήνεψε με το παρελθόν, για να μη καταστρέψεις το παρόν.
Μη μοιράζεσαι τη ζωή σου με εκείνη των άλλων. Δεν ξέρεις το δρόμο που ακολούθησαν αυτοί.
Κανείς δεν είναι υπεύθυνος της ευτυχίας σου εκτός από σένα τον ίδιο.
Να θυμάσαι πώς δεν έχεις τον έλεγχο όσων σου συμβαίνουν, αλλά σίγουρα το τι κάνεις με αυτά.
Μάθε κάτι νέο σήμερα.
Αυτό που σκέπτονται οι άλλοι για σένα δεν είναι υποχρέωσή σου.
Να εκτιμάς το κορμί σου και να το απολαμβάνεις.
Δεν έχει σημασία πόσο καλά ή κακά είναι τα πράγματα, θα αλλάξουν.
Η εργασία σου δεν θα ασχοληθεί με σένα σαν αρρωστίσεις, οι φίλοι σου ναι. Έχε επαφή μαζί τους.
Τελείωνε με οτιδήποτε δεν είναι χρήσιμο, ωραίο, διασκεδαστικό.
Η ζήλεια είναι χάσιμο χρόνου. Εσύ έχεις ήδη όσα χρειάζονται.
Τα καλύτερα έρχονται.
Δεν πειράζει που κάθεσαι. Σήκω, ντύσου και βοήθα.
Κάνε υπέροχο σέξ, πάντοτε με όλο σου το είναι.
Τηλεφώνα στους δικούς σου συχνά και λέγε τους πως υπάρχεις.
Κάθε βράδυ ξαπλώνοντας πες: Σε ευχαριστώ. Κατάφερα να.
Θυμήσου πως είσαι ιδιαίτερα ευλογημένος για να είσαι στρεσαρισμένος
Απόλαυσε το ταξίδι. Έχεις μόνο μια ευκαιρία. Κέρδισε όσο περισσότερο
Η Ζωή είναι όμορφη. Απόλαυσέ την τώρα που μπορείς, αλλά κάνε και «κάτι»!

Αργοπεθαίνει... (Pablo Neruda)

Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα του
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω απο ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του
Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη
Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.
Μονάχα με μιά φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Ο κύκλος του 99

(από το βιβλίο του Αργεντινού ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάι, "Να σου πω μια Ιστορία")

Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Κάποια μέρα ο
βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:

-Ποιο είναι το μυστικό σου?

-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε?

-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου.

Λέγε γρήγορα.

-Μα...δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.

-Πως τολμάς να λες ψέματα σ´ εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες
προσβολές, από ένα ψέμα.

-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει
κανένα μυστικό.

-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος? Σε
έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.

-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ´ ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος?
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.

-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.

-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.

Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του
διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.

-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος?

-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.

-Έξω από που?

-Μα από τον κύκλο.

-Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος?

-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.

-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής? Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο?

-Ακριβώς βασιλιά μου.

-Και πως βγήκε?

-Δεν μπήκε ποτέ.

-Βάλθηκες να με τρελάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη?

-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.

-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος?

-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.

-Δηλαδή τι θα κάνεις?

-Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.

-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις? είπε ο βασιλιάς κοροϊδευτικά.

-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.

-Και καλά, όταν μπει δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγει κατ´ ευθείαν?

-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.

-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ´ όλα αυτά θα μπει οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί?

-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Όσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.

-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε? Πότε ξεκινάμε?

-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.

Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.

Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δύο φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Όταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το πουγκί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατασκοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο. Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες.
Ήταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά φλουριά. Ένας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πέντε, έξι...Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ...που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις
στίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει...Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειμματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακούλι...Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. 
Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.

-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε...κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!

Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά. Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενήντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά...συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας...συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.

Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Ύστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.

Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί? Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε...άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου! Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.

-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δύο τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.

Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.

Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Άσε που μια και είναι τζάμπα, το ´χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται? Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω...Να πουλήσω...Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δύο χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά...ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ότι μας γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά... 
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ένα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.

-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.

-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο?

-Μέρες έχω να σ´ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι?

-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.

Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.


Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθισε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε: Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ´ αυτήν την ηλίθια ιδεολογία.

Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει...Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή...Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και
αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού? Ότι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενήντα εννιά? Ότι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο, κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι? Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Έτσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε. Προσοχή όμως Ντεμιάν.

Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι. Αυτό όμως, είναι σε άλλο παραμύθι. 
(από το βιβλίο του Αργεντίνου ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάι, "Να σου πω μια Ιστορία")
Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα..

Μ.Αναγνωστακης
Λένε πως ο κατήφορος έχει μόνο αρχή ..
Λένε πως ,όταν φτάσεις ως την άκρη του γκρεμού και θα δώσεις τη βουτιά ..
φταίει το κεφάλι σου που δεν σε κράτησε ..
Και στο τέλος,αν κάποιος άλλος σου κατάφερε την τελική σπρωξιά,
δικός σου καλεσμένος ήταν .. Παρεάκι σου ..
Μόνο που όποιοι τα κηρύτουν όλ' αυτά,δεν είδαν ποτέ την θέα από την τελευτέα πέτρα του γκρεμού ..
Βαδίζουν πάντα επί ασφαλούς ..
Και το κακό μ'αυτούς είναι πώς συνήθως έχουν δίκιο ..
Διαθέτουν ατσάλινα επιχειρήματα ..
Στο τέλος σου γανώνουν το μυαλό ..
Όμως .. Αν έφτασες ως εκεί .. Λέμε αν .. Αν έφτασες ως εκεί γιατί βιαζόσουνα να μάθεις,τι γίνετε πιο κάτω;
Αν είχες πάρει φόρα,γιατί φοβόσουνα μη στήσεις την αγάπη;
Αν στο ίσιωμα,που γνώρισες τα κολλητάρια σου,σου χάρισαν το ρούχο της άνοιξης και σε ξελόγιασαν;
Και εσύ πάλι ..
Ήταν ανάγκη να το φορέσεις κατάσαρκα και να πετάξεις,σαν ηλίθιος,την στολή παραλλαγής που σου'ραψε η μάνα σου;
Λέμε κι εμείς .. Διάφορα .. Μόνο οι άλλοι θα λένε;
Σίγουρα πάντως,την ώρα της πτώσης,έβγαλες μια δυνατή φωνή: Αγάπη ! κραύγασες .. Αγάπη!
Οι πάντες ορκίζονται πων δε σ' άκουσαν ..
Τι φταις εσύ,αν δε βρέθηκε κάποιος να σου έχει πει πως η αγάπη όταν γίνεται κραυγή,τρομάζει ..

Αλκυόνη Παπαδάκη